φασκώλιον

φασκώλιον
τὸ, ΜΑ [φάσκωλος]
υποκορ. τ. τού φάσκωλος.

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • φασκώλιον — leathern bag neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φασκωλίοις — φασκώλιον leathern bag neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φασκωλίου — φασκώλιον leathern bag neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φασκωλίων — φασκώλιον leathern bag neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φασκωλίῳ — φασκώλιον leathern bag neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φασκώλια — φασκώλιον leathern bag neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”